Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enounce
01
προφέρω, αρθρώνω
to pronounce words clearly and correctly
Transitive: to enounce words
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enounce
γ΄ ενικό πρόσωπο
enounces
ενεστώτα μετοχή
enouncing
απλός αόριστος
enounced
παθητική μετοχή
enounced
Παραδείγματα
The teacher enounced each syllable carefully to help the students understand the correct pronunciation.
Ο δάσκαλος προφέροντας κάθε συλλαβή προσεκτικά για να βοηθήσει τους μαθητές να κατανοήσουν τη σωστή προφορά.



























