to enounce
Pronunciation
/ɪnˈaʊns/

Ορισμός και σημασία του "enounce"στα αγγλικά

to enounce
01

προφέρω, αρθρώνω

to pronounce words clearly and correctly
Transitive: to enounce words
to enounce definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enounce
γ΄ ενικό πρόσωπο
enounces
ενεστώτα μετοχή
enouncing
απλός αόριστος
enounced
παθητική μετοχή
enounced
Παραδείγματα
As part of the language course, students practiced enouncing sentences in a way that reflected the proper intonation and stress patterns of the language.
Ως μέρος του μαθήματος γλώσσας, οι μαθητές εξασκήθηκαν στην προφορά προτάσεων με τρόπο που αντικατοπτρίζει τα σωστά πρότυπα τονισμού και έμφασης της γλώσσας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store