enology
e
i:
i
no
ˈnɒ
no
lo
gy
ʤi
ji
ecology
oenology
œnology

Ορισμός και σημασία του "enology"στα αγγλικά

01

οινολογία, αμπελουργία

the study and science of wine and winemaking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She pursued a career in enology after completing her degree in agricultural science. 

Ακολούθησε μια καριέρα στην οινολογία μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου της στις γεωπονικές επιστήμες.

Λεξικό Δέντρο

enologist
enology
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store