Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enkindle
01
ανάπτω, πυροδοτώ
to provoke an emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enkindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
enkindles
ενεστώτα μετοχή
enkindling
απλός αόριστος
enkindled
παθητική μετοχή
enkindled
Παραδείγματα
Her heartfelt speech enkindled a sense of pride in the audience.
Ο ειλικρινής λόγος της ανάφλεξε ένα αίσθημα περηφάνιας στο κοινό.
Παραδείγματα
The skilled ranger was able to enkindle a fire even in damp conditions.
Ο επιδέξιος δασοφύλακας κατάφερε να ανάψει μια φωτιά ακόμα και σε υγρές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
enkindle
kindle



























