Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enkindle
01
ανάπτω, πυροδοτώ
to provoke an emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enkindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
enkindles
ενεστώτα μετοχή
enkindling
απλός αόριστος
enkindled
παθητική μετοχή
enkindled
Παραδείγματα
The tragedy enkindled a deep sorrow among the community members.
Η τραγωδία πυροδότησε μια βαθιά θλίψη ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας.
Παραδείγματα
The firestarter was designed to enkindle easily, making it perfect for outdoor adventures.
Ο αναπτήρας σχεδιάστηκε για εύκολη ανάφλεξη, κάνοντάς τον ιδανικό για περιπέτειες σε εξωτερικούς χώρους.
Λεξικό Δέντρο
enkindle
kindle



























