to enkindle
Pronunciation
/ɛnkˈɪndəl/

Ορισμός και σημασία του "enkindle"στα αγγλικά

to enkindle
01

ανάπτω, πυροδοτώ

to provoke an emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enkindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
enkindles
ενεστώτα μετοχή
enkindling
απλός αόριστος
enkindled
παθητική μετοχή
enkindled
Παραδείγματα
The tragedy enkindled a deep sorrow among the community members.
Η τραγωδία πυροδότησε μια βαθιά θλίψη ανάμεσα στα μέλη της κοινότητας.
02

ανάβω, πυροδοτώ

to ignite or cause to burn
Παραδείγματα
The firestarter was designed to enkindle easily, making it perfect for outdoor adventures.
Ο αναπτήρας σχεδιάστηκε για εύκολη ανάφλεξη, κάνοντάς τον ιδανικό για περιπέτειες σε εξωτερικούς χώρους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store