Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to engorge
01
καταβροχθίζω, τρώω ασυγκράτητα
overeat or eat immodestly; make a pig of oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
engorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
engorges
ενεστώτα μετοχή
engorging
απλός αόριστος
engorged
παθητική μετοχή
engorged
Λεξικό Δέντρο
engorged
engorgement
engorge
gorge



























