to engorge
en
ɛn
en
gorge
ˈgɔ:ʤ
gawj

Ορισμός και σημασία του "engorge"στα αγγλικά

to engorge
01

καταβροχθίζω, τρώω ασυγκράτητα

overeat or eat immodestly; make a pig of oneself 
to engorge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
engorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
engorges
ενεστώτα μετοχή
engorging
απλός αόριστος
engorged
παθητική μετοχή
engorged

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

engorged
engorgement
engorge
gorge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store