endangered
en
ɛn
εν
dan
ˈdeɪn
ντειν
gered
ʤɜrd
τζερρντ
/ɛndˈe‍ɪnd‍ʒəd/

Ορισμός και σημασία του "endangered"στα αγγλικά

endangered
01

απειλούμενος με εξαφάνιση

(of an animal, plant, etc.) being at risk of extinction
endangered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most endangered
συγκριτικός βαθμός
more endangered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Climate change poses a significant threat to many endangered species by altering their habitats and food sources.
Η κλιματική αλλαγή αποτελεί σημαντική απειλή για πολλά απειλούμενα είδη, αλλάζοντας τα ενδιαιτήματα και τις πηγές τροφής τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store