endangered
en
ɪn
in
dan
ˈdeɪn
dein
gered
ʤəd
jēd

Ορισμός και σημασία του "endangered"στα αγγλικά

endangered
01

απειλούμενος με εξαφάνιση

(of an animal, plant, etc.) being at risk of extinction 
endangered definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most endangered
συγκριτικός βαθμός
more endangered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, conservation, risk
Παραδείγματα
The endangered sea turtle population is declining rapidly due to pollution and habitat destruction. 

Ο πληθυσμός των απειλούμενων θαλάσσιων χελωνών μειώνεται γρήγορα λόγω της ρύπανσης και της καταστροφής του περιβάλλοντος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

endangered
endanger
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store