Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to encrypt
01
κρυπτογραφώ, κωδικοποιώ
to convert data or information into a coded form, mainly to prevent unauthorized access
Transitive: to encrypt data
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
encrypt
γ΄ ενικό πρόσωπο
encrypts
ενεστώτα μετοχή
encrypting
απλός αόριστος
encrypted
παθητική μετοχή
encrypted
Παραδείγματα
The government encrypts classified documents to prevent unauthorized disclosure.
Η κυβέρνηση κρυπτογραφεί τα απόρρητα έγγραφα για να αποτρέψει την μη εξουσιοδοτημένη αποκάλυψη.
Λεξικό Δέντρο
encryption
encrypt



























