enamelware
e
ɪ
i
na
ˈnæ
mel
məl
mēl
ware
wɛə
veē

Ορισμός και σημασία του "enamelware"στα αγγλικά

01

εμαγιέ σκεύη, εμαγιέ είδη

kitchen or household items coated with enamel for durability and colorful appearance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enamelware
Παραδείγματα
Grandma's vintage enamelware pots and pans were a staple in her kitchen for decades. 

Οι βινταζ εμαγιέ κατσαρόλες και τα τηγάνια της γιαγιάς ήταν βασικά στοιχεία στην κουζίνα της για δεκαετίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store