Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enact
01
επιβάλλω, εγκρίνω
to approve a proposed law
Transitive: to enact a law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enact
γ΄ ενικό πρόσωπο
enacts
ενεστώτα μετοχή
enacting
απλός αόριστος
enacted
παθητική μετοχή
enacted
Παραδείγματα
The legislature voted to enact new regulations governing environmental protection.
Η νομοθετική εξουσία ψήφισε να θεσπίσει νέους κανονισμούς που διέπουν την προστασία του περιβάλλοντος.
02
παίζω, ενσαρκώνω
to act a role in a motion picture or perform a play on stage
Transitive: to enact a role or scene
Παραδείγματα
She will enact the lead role in the upcoming romantic comedy.
Θα παίξει τον κύριο ρόλο στην επερχόμενη ρομαντική κωμωδία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
enactment
reenact
enact
act



























