Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Empress
01
αυτοκράτειρα, αυτοκρατορική κυβερνήτης
a woman who is the sovereign ruler of an empire, wielding supreme authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
empresses
αρσενικό ενικό
emperor
θηλυκό ενικό
empress
neutral form
monarch
Παραδείγματα
The empress expanded her empire through strategic alliances.
Η αυτοκράτειρα επέκτεινε την αυτοκρατορία της μέσω στρατηγικών συμμαχιών.
1.1
αυτοκράτειρα, σύζυγος του αυτοκράτορα
the wife or widow of an emperor, often holding ceremonial or influential roles
Παραδείγματα
The empress accompanied the emperor at all state events.
Η αυτοκράτειρα συνόδευε τον αυτοκράτορα σε όλες τις κρατικές εκδηλώσεις.
LanGeek



























