emporium
Pronunciation
/ˌɛmˈpɔɹiəm/

Ορισμός και σημασία του "emporium"στα αγγλικά

01

μεγάλο κατάστημα λιανικής, εμπόριο

a large retail store selling various goods, or a particular type of goods
emporium definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emporia
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store