Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Emporium
01
μεγάλο κατάστημα λιανικής, εμπόριο
a large retail store selling various goods, or a particular type of goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
emporia



























