Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emend
01
διορθώνω, αναθεωρώ
to revise or edit a text for improvement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emend
γ΄ ενικό πρόσωπο
emends
ενεστώτα μετοχή
emending
απλός αόριστος
emended
παθητική μετοχή
emended
Παραδείγματα
The editor emends manuscripts to ensure they meet the publication's standards.
Ο συντάκτης διορθώνει χειρόγραφα για να διασφαλίσει ότι πληρούν τα πρότυπα δημοσίευσης.



























