to emend
e
ɪ
i
mend
ˈmɛnd
mend
upendblendspendtrend

Ορισμός και σημασία του "emend"στα αγγλικά

to emend
01

διορθώνω, αναθεωρώ

to revise or edit a text for improvement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
emend
γ΄ ενικό πρόσωπο
emends
ενεστώτα μετοχή
emending
απλός αόριστος
emended
παθητική μετοχή
emended
Παραδείγματα
The editor emends manuscripts to ensure they meet the publication's standards. 

Ο συντάκτης διορθώνει χειρόγραφα για να διασφαλίσει ότι πληρούν τα πρότυπα δημοσίευσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

emended
emend
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store