embezzlement
Pronunciation
/ɛmˈbɛzəɫmənt/

Ορισμός και σημασία του "embezzlement"στα αγγλικά

01

υπεξαίρεση, κατάχρηση χρημάτων

the act of stealing funds that are placed in one's trust and belong to one's employer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Conviction for embezzlement can result in severe penalties, including imprisonment, fines, and restitution to the victims.
Η καταδίκη για υπεξαίρεση μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές ποινές, συμπεριλαμβανομένης της φυλάκισης, προστίμων και αποζημίωσης των θυμάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store