embezzlement
em
ɪm
im
be
ˈbɛ
be
zzle
zəl
zēl
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "embezzlement"στα αγγλικά

01

υπεξαίρεση, κατάχρηση χρημάτων

the act of stealing funds that are placed in one's trust and belong to one's employer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The accountant was found guilty of embezzlement after diverting company funds into personal accounts for several years. 

Ο λογιστής βρέθηκε ένοχος για υπεξαίρεση μετά την παράκαμψη κεφαλαίων της εταιρείας σε προσωπικούς λογαριασμούς για πολλά χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store