Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to emanate
01
πηγάζω, προέρχομαι
to come out or flow, often from a specific source
Intransitive: to emanate from a source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
emanate
γ΄ ενικό πρόσωπο
emanates
ενεστώτα μετοχή
emanating
απλός αόριστος
emanated
παθητική μετοχή
emanated
Παραδείγματα
Laughter and joy emanated from the children playing in the park.
Γέλιο και χαρά προέρχονταν από τα παιδιά που έπαιζαν στο πάρκο.
02
εκπέμπω, αποστέλλω
to send forth or give out energy, light, sound, or an abstract quality
Transitive: to emanate a wave or substance
Παραδείγματα
The engine emanated a low hum as the train departed from the station, signaling the start of the journey.
Ο κινητήρας απέπνευε ένα χαμηλό βουητό καθώς το τρένο αναχωρούσε από τον σταθμό, σηματοδοτώντας την αρχή του ταξιδιού.
Λεξικό Δέντρο
emanation
emanate



























