emaciated
e
ɪ
i
ma
ˈmeɪ
mei
cia
sɪeɪ
siei
ted
tɪd
tid
satiated

Ορισμός και σημασία του "emaciated"στα αγγλικά

01

αδύνατος, εξουθενωμένος

extremely thin and weak, often because of illness or a severe lack of food 
emaciated definition and meaning
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most emaciated
συγκριτικός βαθμός
more emaciated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The refugees were found in an emaciated state after weeks without food or water. 

Οι πρόσφυγες βρέθηκαν σε μια αδύνατη κατάσταση μετά από εβδομάδες χωρίς τροφή ή νερό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store