Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to elope
01
το σκάω, παντρεύομαι κρυφά
to run away secretly and marry one's partner
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
elope
γ΄ ενικό πρόσωπο
elopes
ενεστώτα μετοχή
eloping
απλός αόριστος
eloped
παθητική μετοχή
eloped
Παραδείγματα
Despite their families' objections, the young couple decided to elope and get married.
Παρά τις αντιρρήσεις των οικογενειών τους, το νεαρό ζευγάρι αποφάσισε να φύγει κρυφά και να παντρευτεί.



























