Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to electrify
01
ηλεκτρίζω, ενθουσιάζω
to suddenly and intensely excite someone
Transitive: to electrify sb/sth
Παραδείγματα
The innovative technology electrified the market with its potential.
Η καινοτόμος τεχνολογία ηλεκτρίστηκε την αγορά με τις δυνατότητές της.
02
ηλεκτρίζω, τροποποιώ για να λειτουργεί με ηλεκτρική ενέργεια
to modify a machine or system so that it operates using electrical energy
Transitive: to electrify a machine or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
electrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
electrifies
ενεστώτα μετοχή
electrifying
απλός αόριστος
electrified
παθητική μετοχή
electrified
Παραδείγματα
After years of relying on steam, the railway system was finally electrified.
Μετά από χρόνια εξάρτησης από τον ατμό, το σιδηροδρομικό σύστημα τελικά ηλεκτροδοτήθηκε.
03
ηλεκτρίζω, φορτίζω ηλεκτρικά
to apply an electric charge to a conductor
Transitive: to electrify a conductor
Παραδείγματα
To demonstrate the concept, the teacher showed how to electrify a balloon by rubbing it on wool.
Για να επιδείξει την έννοια, ο δάσκαλος έδειξε πώς να ηλεκτρίσει ένα μπαλόνι τρίβοντάς το σε μαλλί.
Λεξικό Δέντρο
electrifying
electrify
electr



























