Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to electrify
01
ηλεκτρίζω, ενθουσιάζω
to suddenly and intensely excite someone
Transitive: to electrify sb/sth
Παραδείγματα
The rock concert electrified the crowd with its energy.
Το ροκ κονσέρτο ηλεκτρίστηκε το πλήθος με την ενέργειά του.
02
ηλεκτρίζω, τροποποιώ για να λειτουργεί με ηλεκτρική ενέργεια
to modify a machine or system so that it operates using electrical energy
Transitive: to electrify a machine or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
electrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
electrifies
ενεστώτα μετοχή
electrifying
απλός αόριστος
electrified
παθητική μετοχή
electrified
Παραδείγματα
The government launched a project to electrify the country's main railway lines.
Η κυβέρνηση ξεκίνησε ένα έργο για την ηλεκτροδότηση των κύριων σιδηροδρομικών γραμμών της χώρας.
03
ηλεκτρίζω, φορτίζω ηλεκτρικά
to apply an electric charge to a conductor
Transitive: to electrify a conductor
Παραδείγματα
The technician used a special device to electrify the metal rod for the experiment.
Ο τεχνικός χρησιμοποίησε μια ειδική συσκευή για να ηλεκτρίσει το μεταλλικό ράβδο για το πείραμα.
Λεξικό Δέντρο
electrifying
electrify
electr



























