electric
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ric
rɪk
rik
electronic

Ορισμός και σημασία του "electric"στα αγγλικά

01

ηλεκτρικός

relating to, produced by, or using electricity 
electric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The electric lights in the room flickered as the storm outside intensified. 

Τα ηλεκτρικά φώτα στο δωμάτιο τρεμόπαιζαν καθώς η καταιγίδα έξω εντείνονταν.

02

ηλεκτρισμένος, συναρπαστικός

intensely exciting or filled with strong emotion 
Παραδείγματα
The atmosphere at the concert was electric. 

Η ατμόσφαιρα στη συναυλία ήταν ηλεκτρική.

03

ηλεκτρικός, τεταμένος

(of a situation) exceptionally tense 
01

ηλεκτρικό αυτοκίνητο, ηλεκτρικό όχημα

a car that is powered by electricity 
electric definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electrics
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store