Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electric
01
ηλεκτρικός
relating to, produced by, or using electricity
Παραδείγματα
Our camping trip was made much easier with the help of an electric lantern to light our way at night.
Το ταξίδι κατασκήνωσής μας έγινε πολύ πιο εύκολο με τη βοήθεια ενός ηλεκτρικού φανού για να φωτίζει το δρόμο μας τη νύχτα.
02
ηλεκτρισμένος, συναρπαστικός
intensely exciting or filled with strong emotion
03
ηλεκτρικός, τεταμένος
(of a situation) exceptionally tense
Electric
01
ηλεκτρικό αυτοκίνητο, ηλεκτρικό όχημα
a car that is powered by electricity
Λεξικό Δέντρο
electric
electr



























