Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elations
Παραδείγματα
The pilot 's safe landing brought elation to everyone on board.
Η ασφαλής προσγείωση του πιλότου έφερε έκσταση σε όλους τους επιβάτες.
02
αγαλλίαση, ευφορία
a heightened mood marked by pride, optimism, and freedom from depression
Παραδείγματα
The drug induced a brief but intense elation.
Το φάρμακο προκάλεσε μια σύντομη αλλά έντονη ευφορία.
Λεξικό Δέντρο
elation
elate



























