elation
Pronunciation
/ɪˈɫeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "elation"στα αγγλικά

01

ευφορία, αγαλλίαση

a feeling of joyful pride or high spirits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
elations
Παραδείγματα
The pilot 's safe landing brought elation to everyone on board.
Η ασφαλής προσγείωση του πιλότου έφερε έκσταση σε όλους τους επιβάτες.
02

αγαλλίαση, ευφορία

a heightened mood marked by pride, optimism, and freedom from depression
Παραδείγματα
The drug induced a brief but intense elation.
Το φάρμακο προκάλεσε μια σύντομη αλλά έντονη ευφορία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store