Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Elater
01
ελατήρας, σκαθάρι
any of various widely distributed beetles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
elaters
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
elater
elate



























