elastoplast
e
ɪ
i
las
ˈlɑ:s
laas
top
təp
tēp
last
lɑ:st
laast

Ορισμός και σημασία του "elastoplast"στα αγγλικά

01

ελαστόπλαστ, ελαστική αυτοκόλλητη επίδεση

an elastic adhesive bandage for covering cuts or wounds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
elastoplasts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store