ejaculation
e
i
i
ja
ˌʤæ
cu
kju
kyoo
la
ˈleɪ
lei
tion
ʃən
shēn
/ɪd‍ʒˌækjʊlˈe‍ɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "ejaculation"στα αγγλικά

01

επιφώνημα, φωνή

a sudden, short exclamation showing strong emotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ejaculations
Παραδείγματα
His ejaculation of frustration startled everyone nearby.
Η φωνή της απογοήτευσής του τρόμαξε όλους τους κοντινούς.
02

εκσπερμάτιση, εκκένωση σπέρματος

the discharge of semen in males

Λεξικό Δέντρο

ejaculation
ejaculate
eject
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store