Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ejaculation
01
επιφώνημα, φωνή
a sudden, short exclamation showing strong emotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ejaculations
Παραδείγματα
His ejaculation of frustration startled everyone nearby.
Η φωνή της απογοήτευσής του τρόμαξε όλους τους κοντινούς.
02
εκσπερμάτιση, εκκένωση σπέρματος
the discharge of semen in males
Λεξικό Δέντρο
ejaculation
ejaculate
eject



























