ejaculation
e
ɪ
ι
ja
ˌʤæ
τζαι
cu
kjʊ
κγου
la
ˈleɪ
λει
tion
ʃən
σαν
suppurationdehydrationtittivationstagflation

Ορισμός και σημασία του "ejaculation"στα αγγλικά

01

επιφώνημα, φωνή

a sudden, short exclamation showing strong emotion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ejaculations
Παραδείγματα
He shouted an ejaculation of surprise when he saw the gift. 

Φώναξε μια επιφώνηση έκπληξης όταν είχε το δώρο.

02

εκσπερμάτιση, εκκένωση σπέρματος

the discharge of semen in males 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ejaculation
ejaculate
eject
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store