Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ejaculate
01
αναφωνώ, πετώ
utter impulsively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ejaculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ejaculates
ενεστώτα μετοχή
ejaculating
απλός αόριστος
ejaculated
παθητική μετοχή
ejaculated
Παραδείγματα
In certain species of frogs, the male ejaculates directly onto the eggs to ensure fertilization.
Σε ορισμένα είδη βατράχων, το αρσενικό εκσπερματώνει απευθείας πάνω στα αυγά για να εξασφαλίσει τη γονιμοποίηση.
Ejaculate
01
εκσπερμάτιση
the whitish fluid that contains sperm and is released from the male reproductive system during ejaculation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The ejaculate is composed of sperm and other fluids essential for reproduction.
Ο εκσπερμάτιση αποτελείται από σπερματοζωάρια και άλλα υγρά απαραίτητα για την αναπαραγωγή.
Λεξικό Δέντρο
ejaculation
ejaculator
ejaculate
eject



























