Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
egotistic
01
εγωκεντρικός, εγωιστής
excessively self-centered and disregarding the interests and feelings of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most egotistic
συγκριτικός βαθμός
more egotistic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
John's egotistic behavior made it difficult for others to work with him on group projects.
Η εγωιστική συμπεριφορά του John έκανε δύσκολο για τους άλλους να συνεργαστούν μαζί του σε ομαδικά projects.
02
εγωτιστικός, ματαιόδοξος
characteristic of those having an inflated idea of their own importance
Λεξικό Δέντρο
egotistical
egotistic
egotist
egot



























