Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
egotistic
01
εγωκεντρικός, εγωιστής
excessively self-centered and disregarding the interests and feelings of others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most egotistic
συγκριτικός βαθμός
more egotistic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's egotistic nature was evident in their refusal to accept feedback or collaborate with others on their projects.
Η εγωιστική φύση του καλλιτέχνη ήταν εμφανής στην άρνησή τους να δεχτούν σχόλια ή να συνεργαστούν με άλλους στα έργα τους.
02
εγωτιστικός, ματαιόδοξος
characteristic of those having an inflated idea of their own importance
Λεξικό Δέντρο
egotistical
egotistic
egotist
egot



























