egotist
e
ˈi:
i
go
tist
tɪst
tist
egoist

Ορισμός και σημασία του "egotist"στα αγγλικά

01

εγωτιστής, εγωκεντρικός

someone who talks or thinks about themselves constantly and believes they are superior to others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
egotists
Παραδείγματα
The egotist dominated the conversation, turning every topic back to himself. 

Ο εγωτιστής κυριάρχησε στη συζήτηση, επιστρέφοντας κάθε θέμα στον εαυτό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

egotistic
egotist
egot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store