Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Egotist
01
εγωτιστής, εγωκεντρικός
someone who talks or thinks about themselves constantly and believes they are superior to others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
egotists
Παραδείγματα
The egotist dominated the conversation, turning every topic back to himself.
Ο εγωτιστής κυριάρχησε στη συζήτηση, επιστρέφοντας κάθε θέμα στον εαυτό του.
Λεξικό Δέντρο
egotistic
egotist
egot



























