Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
egoistic
01
εγωιστής, εγωκεντρικός
characterized by an excessive or self-centered focus on one's own interests, needs, or desires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most egoistic
συγκριτικός βαθμός
more egoistic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The student 's egoistic attitude towards classmates undermined the spirit of cooperation in the study group.
Η εγωιστική στάση του μαθητή απέναντι στους συμμαθητές του υπονόμευσε το πνεύμα της συνεργασίας στην ομάδα μελέτης.
Λεξικό Δέντρο
egoistic
egoist
ego



























