Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effusive
01
ενθουσιώδης, υπερβολικά συναισθηματικός
showing strong or excessive emotion or enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most effusive
συγκριτικός βαθμός
more effusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her effusive greeting made me feel really welcome.
Ο θερμός της χαιρετισμός με έκανε να νιώθω πραγματικά ευπρόσδεκτος.
02
ενθουσιώδης, εκδηλωτικός
expressing feelings or thoughts with enthusiasm
Παραδείγματα
The critic gave an effusive review of the play, clearly enamored with the performances.
Ο κριτικός έδωσε μια ενθουσιώδη κριτική για το έργο, προφανώς γοητευμένος από τις παραστάσεις.
Λεξικό Δέντρο
effusively
effusiveness
effusive
effuse



























