Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Effort
01
προσπάθεια
an attempt to do something, particularly something demanding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
efforts
Παραδείγματα
Despite her best effort, she couldn't solve the puzzle.
Παρά την καλύτερη προσπάθειά της, δεν μπόρεσε να λύσει το παζλ.
02
προσπάθεια, εργασία
use of physical or mental energy; hard work
03
προσπάθεια, επίτευγμα
a notable achievement
04
προσπάθεια, προσφορά
a series of actions advancing a principle or tending toward a particular end
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
effortful
effortless
effort



























