Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effete
01
εξαντλημένος, παρακμιακός
lacking strength or effectiveness
Παραδείγματα
The party was seen as effete, out of touch with voters.
Το κόμμα θεωρήθηκε αδύναμο, αποσυνδεδεμένο από τους ψηφοφόρους.
02
θηλυπρεπής, επιτηδευμένος
excessively delicate, often associated with pretentiousness
Παραδείγματα
The film was criticized for its effete aesthetic and lack of substance.
Η ταινία επικρίθηκε για την εκλεπτυσμένη αισθητική της και την έλλειψη ουσίας.



























