Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effectual
01
αποτελεσματικός, αποδοτικός
having the power to achieve a desired outcome or make a strong impression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most effectual
συγκριτικός βαθμός
more effectual
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
efficacy, action, result
Παραδείγματα
The new marketing strategy proved to be effectual in increasing sales.
Η νέα στρατηγική μάρκετινγκ αποδείχθηκε αποτελεσματική στην αύξηση των πωλήσεων.
02
αποτελεσματικός, έγκυρος
having legal efficacy or force
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
effectuality
effectually
effectualness
effectual
effect



























