Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
effectual
01
αποτελεσματικός, αποδοτικός
having the power to achieve a desired outcome or make a strong impression
Παραδείγματα
The charity 's effectual fundraising campaign exceeded all expectations.
Η αποτελεσματική εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων της φιλανθρωπίας ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες.
02
αποτελεσματικός, έγκυρος
having legal efficacy or force
Λεξικό Δέντρο
effectuality
effectually
effectualness
effectual
effect



























