effectual
Pronunciation
/ɪfˈɛktʃuːəl/

Ορισμός και σημασία του "effectual"στα αγγλικά

01

αποτελεσματικός, αποδοτικός

having the power to achieve a desired outcome or make a strong impression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most effectual
συγκριτικός βαθμός
more effectual
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The charity 's effectual fundraising campaign exceeded all expectations.
Η αποτελεσματική εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων της φιλανθρωπίας ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες.
02

αποτελεσματικός, έγκυρος

having legal efficacy or force

Λεξικό Δέντρο

effectuality
effectually
effectualness
effectual
effect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store