Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Editorial
01
επιθεώρηση
a newspaper article expressing the views of the editor on a particular subject
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
editorials
Παραδείγματα
The latest editorial highlighted the need for healthcare reform.
Το τελευταίο επιμελημένο άρθρο τόνισε την ανάγκη για μεταρρύθμιση της υγειονομικής περίθαλψης.
editorial
01
συντάκτης, επιμελητής
relating to an article that expresses opinions or perspectives, especially in newspapers or magazines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Editorial commentary was included throughout the issue.
Το εφημεριδικό σχόλιο συμπεριλήφθηκε σε όλο το τεύχος.
02
εκδοτικός
concerning or relating to the editor, typically involving opinions, perspectives, or decisions regarding content
Παραδείγματα
Editorial changes may be made to enhance clarity or coherence in a piece of writing.
Μπορεί να γίνουν επεξεργαστικές αλλαγές για να βελτιωθεί η σαφήνεια ή η συνοχή ενός κειμένου.
Λεξικό Δέντρο
editorialist
editorial
edit



























