Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Editorial
01
επιθεώρηση
a newspaper article expressing the views of the editor on a particular subject
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
editorials
Παραδείγματα
The editorial argued for more investment in public transportation.
Το σχόλιο υποστήριξε περισσότερες επενδύσεις στα δημόσια μέσα μεταφοράς.
editorial
01
συντάκτης, επιμελητής
relating to an article that expresses opinions or perspectives, especially in newspapers or magazines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The newspaper's editorial stance influenced readers' opinions.
Η εφημεριδική στάση της εφημερίδας επηρέασε τις απόψεις των αναγνωστών.
02
εκδοτικός
concerning or relating to the editor, typically involving opinions, perspectives, or decisions regarding content
Παραδείγματα
Editorial decisions determine which stories are published in the newspaper.
Οι εκδοτικές αποφάσεις καθορίζουν ποιες ιστορίες δημοσιεύονται στην εφημερίδα.
Λεξικό Δέντρο
editorialist
editorial
edit



























