editorialize
e
ˌɛ
ε
di
ντα
to
ˈtɔ
το
ria
riə
ρια
lize
laɪz
λαιζ
/ˌɛdɪtˈɔːɹɪəlˌaɪz/
editorialise

Ορισμός και σημασία του "editorialize"στα αγγλικά

to editorialize
01

επεξεργάζομαι ως άρθρο, δηλώνω τις απόψεις μου σε μια ειδησεογραφική αναφορά

to state your opinions in a news report, and not just the facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
editorialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
editorializes
ενεστώτα μετοχή
editorializing
απλός αόριστος
editorialized
παθητική μετοχή
editorialized

Λεξικό Δέντρο

editorialize
editorial
editor
edit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store