Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to editorialize
01
επεξεργάζομαι ως άρθρο, δηλώνω τις απόψεις μου σε μια ειδησεογραφική αναφορά
to state your opinions in a news report, and not just the facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
editorialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
editorializes
ενεστώτα μετοχή
editorializing
απλός αόριστος
editorialized
παθητική μετοχή
editorialized
Λεξικό Δέντρο
editorialize
editorial
editor
edit



























