edited
e
ˈɛ
e
di
di
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "edited"στα αγγλικά

01

επεξεργασμένος, τροποποιημένος

revised or altered to improve clarity, correctness, or quality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most edited
συγκριτικός βαθμός
more edited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The edited manuscript addressed the reviewer's comments and was ready for publication. 

Το επεξεργασμένο χειρόγραφο αντιμετώπισε τα σχόλια του κριτή και ήταν έτοιμο για δημοσίευση.

Λεξικό Δέντρο

unedited
edited
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store