edited
e
ˈɛ
ε
di
ντα
ted
təd
ταντ
/ˈɛdɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "edited"στα αγγλικά

01

επεξεργασμένος, τροποποιημένος

revised or altered to improve clarity, correctness, or quality
Παραδείγματα
The edited podcast episode had background noise removed and audio levels adjusted for better clarity.
Το επεξεργασμένο επεισόδιο podcast είχε αφαιρεθεί ο θόρυβος παρασκηνίου και ρυθμίστηκαν τα επίπεδα ήχου για καλύτερη σαφήνεια.

Λεξικό Δέντρο

unedited
edited
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store