Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to edify
01
εξευγενίζω, διδάσκω
to make someone develop intellectually or morally
Transitive: to edify sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
edify
γ΄ ενικό πρόσωπο
edifies
ενεστώτα μετοχή
edifying
απλός αόριστος
edified
παθητική μετοχή
edified
Παραδείγματα
The philosopher's writings aim to edify readers by provoking thoughtful reflection on life's complexities.
Τα γραπτά του φιλόσοφου στοχεύουν να εξευγενίσουν τους αναγνώστες προκαλώντας μια στοχαστική αναστοχασμό για τις πολυπλοκότητες της ζωής.
Λεξικό Δέντρο
edifying
edify



























