Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to edify
01
εξευγενίζω, διδάσκω
to make someone develop intellectually or morally
Transitive: to edify sb
Παραδείγματα
The mentor sought to edify the mentee through constructive feedback and mentorship, fostering personal and professional growth.
Ο μέντορας επιδίωξε να εξελίξει τον μέντορα μέσω εποικοδομητικής ανατροφοδότησης και καθοδήγησης, προωθώντας την προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη.
Λεξικό Δέντρο
edifying
edify



























