Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to edit out
01
μοντάζ, επεξεργασία
cut and assemble the components of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
edit
ενεστώτας
edit out
γ΄ ενικό πρόσωπο
edits out
ενεστώτα μετοχή
editing out
απλός αόριστος
edited out
παθητική μετοχή
edited out



























