Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Edifice
01
κτίριο, επιβλητικό οικοδόμημα
a large, imposing building, especially one that is impressive in size or appearance
Παραδείγματα
The ancient edifice stood tall amidst the modern city skyline.
Το αρχαίο κτίριο στέκονταν ψηλά ανάμεσα στο ορίζοντα της σύγχρονης πόλης.



























