edifice
e
ˈɛ
e
di
di
fice
fɪs
fis

Ορισμός και σημασία του "edifice"στα αγγλικά

01

κτίριο, επιβλητικό οικοδόμημα

a large, imposing building, especially one that is impressive in size or appearance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
edifices
Παραδείγματα
The ancient cathedral stood as a majestic edifice in the center of the city. 

Ο αρχαίος καθεδρικός ναός στέκονταν ως ένα μεγαλειώδες κτίριο στο κέντρο της πόλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store