Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Eczema
01
έκζεμα
a very common skin condition that causes one's skin to become dry, red, itchy, and bumpy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
eczemas
LanGeek



























