Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eccentrically
01
εκκεντρικά, παράξενα
in a way that is peculiar or odd
Παραδείγματα
The artist dressed eccentrically, with mismatched colors and unconventional accessories.
Ο καλλιτέχνης ντυνόταν εκκεντρικά, με ασύμφωνες αποχρώσεις και ασυνήθιστα αξεσουάρ.
02
εκκεντρικά
not symmetrically with respect to the center
γραμματικές πληροφορίες



























