alternating
al
ˈɒl
ol
ter
na
neɪ
nei
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "alternating"στα αγγλικά

alternating
01

εναλλασσόμενος, εναλλακτικός

(of a current) reversing direction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alternating
συγκριτικός βαθμός
more alternating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
electricity, motion, physics
02

εναλλασσόμενος, εναλλακτικός

occurring in a back-and-forth pattern 
Παραδείγματα
The weather featured alternating periods of sunshine and rain throughout the week. 

Ο καιρός παρουσίαζε εναλλασσόμενες περιόδους ηλιοφάνειας και βροχής καθ' όλη τη διάρκεια της εβδομάδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

alternating
alternate
altern
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store