Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alternating
01
εναλλασσόμενος, εναλλακτικός
(of a current) reversing direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alternating
συγκριτικός βαθμός
more alternating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The alternating shifts between day and night workers ensured 24-hour coverage.
Οι εναλλασσόμενες βάρδιες μεταξύ ημερήσιων και νυχτερινών εργαζομένων εξασφάλισαν κάλυψη 24 ωρών.
Λεξικό Δέντρο
alternating
alternate
altern



























