alternating
Pronunciation
/ˈɔɫtɝˌneɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "alternating"στα αγγλικά

alternating
01

εναλλασσόμενος, εναλλακτικός

(of a current) reversing direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alternating
συγκριτικός βαθμός
more alternating
διαβαθμίσιμο
02

εναλλασσόμενος, εναλλακτικός

occurring in a back-and-forth pattern
Παραδείγματα
The alternating shifts between day and night workers ensured 24-hour coverage.
Οι εναλλασσόμενες βάρδιες μεταξύ ημερήσιων και νυχτερινών εργαζομένων εξασφάλισαν κάλυψη 24 ωρών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store