Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Earnestness
01
σοβαρότητα, ειλικρίνεια
the quality of being serious, sincere, and genuine in one's thoughts, words, or actions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
σοβαρότητα, ειλικρίνεια
the quality of being serious, sincere, and focused in attitude or behavior
Παραδείγματα
Her earnestness in preparing for the exam impressed her teacher.
Η σοβαρότητά της στην προετοιμασία για τις εξετάσεις εντυπωσίασε τον δάσκαλό της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
earnestness
earnest



























