dynamite
dy
ˈdaɪ
dai
na
mite
maɪt
mait

Ορισμός και σημασία του "dynamite"στα αγγλικά

01

δυναμίτης, ένα πολύ ισχυρό εκρηκτικό

an explosive that is very powerful 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dynamites
Παραδείγματα
Dynamite is an explosive material consisting of nitroglycerin absorbed in an inert substance, typically sawdust or clay. 

Το δυναμίτη είναι ένα εκρηκτικό υλικό που αποτελείται από νιτρογλυκερίνη απορροφημένη σε ένα αδρανή υλικό, συνήθως πριονίδι ή πηλό.

to dynamite
01

ανατινάζω με δυναμίτη, καταστρέφω με δυναμίτη

to destroy something using explosives called dynamite 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dynamite
γ΄ ενικό πρόσωπο
dynamites
ενεστώτα μετοχή
dynamiting
απλός αόριστος
dynamited
παθητική μετοχή
dynamited
Παραδείγματα
The workers dynamited the old bridge to make way for the new highway. 

Οι εργάτες ανατίναξαν την παλιά γέφυρα για να ανοίξουν το δρόμο για την νέα εθνική οδό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store