Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dyed
01
βαμμένο, τεχνητά χρωματισμένο
colored in a way that is not natural, but done artificially
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dyed
συγκριτικός βαθμός
more dyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a bright red dyed scarf to match her outfit.
Φορούσε ένα φωτεινό κόκκινο βαμμένο κασκόλ για να ταιριάζει με το ντύσιμό της.
Λεξικό Δέντρο
undyed
dyed



























