dwindling
dwind
ˈdwɪnd
dvind
ling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "dwindling"στα αγγλικά

01

φθίνων, μειούμενος

gradually decreasing until little remains 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dwindling
συγκριτικός βαθμός
more dwindling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, change, process
01

μείωση, ελάττωση

a gradual reduction in size, amount, or number 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dwindling
dwindle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store