Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Durability
01
ανθεκτικότητα, αντοχή
the ability of an object or material to withstand wear, pressure, or damage over time, without significant deterioration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The durability of the new smartphone was tested through rigorous drop and impact tests.
Η ανθεκτικότητα του νέου smartphone δοκιμάστηκε μέσα από αυστηρά τεστ πτώσης και κρούσης.
02
ανθεκτικότητα, αντοχή
the ability of a person to resist fatigue or injury over time, especially during physical activity or stress
Παραδείγματα
The athlete's durability kept him in the game all season.
Η αντοχή του αθλητή τον κράτησε στο παιχνίδι όλη τη σεζόν.
Λεξικό Δέντρο
durability
durable
dur



























