Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dung
01
κοπριά, περιττώματα
the solid waste produced by animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dungs
Παραδείγματα
Scientists analyze bear dung to learn what the bears have been eating.
Οι επιστήμονες αναλύουν τις κουράδες των αρκούδων για να μάθουν τι έχουν φάει οι αρκούδες.
to dung
01
αφοδεύω, κακάω
(of animals) to produce solid waste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dung
γ΄ ενικό πρόσωπο
dungs
ενεστώτα μετοχή
dunging
απλός αόριστος
dunged
παθητική μετοχή
dunged
Παραδείγματα
Stray dogs dung on sidewalks when no one is around to stop them.
Οι αδέσποτοι σκύλοι αφοδεύουν στα πεζοδρόμια όταν δεν υπάρχει κανείς γύρω για να τους σταματήσει.
02
λιπαίνω, λιπαίνω με κοπριά
to fertilize soil or plants with animal droppings
Παραδείγματα
The tea estate dunged its rows of bushes every year to boost leaf quality.
Η φυτεία τσαγιού λίπαινε με κοπριά τις σειρές των θάμνων της κάθε χρόνο για να ενισχύσει την ποιότητα των φύλλων.



























