dunce
dunce
dʌns
dans
dance

Ορισμός και σημασία του "dunce"στα αγγλικά

01

βλάκας, χαζός

a person who is slow to learn or lacks intelligence 
dunce definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dunces
Παραδείγματα
He felt like a dunce after failing the simple test. 

Ένιωσε σαν βλάκας μετά την αποτυχία στο απλό τεστ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store