Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dumpy
01
χοντροκαμωμένος, παχουλός
having a short, plump, and unattractive figure
Παραδείγματα
The dumpy dog waddled happily beside its owner, tail wagging.
Ο χοντροκαμωμένος σκύλος περπατούσε ευτυχισμένα δίπλα στον ιδιοκτήτη του, κουνώντας την ουρά του.
02
που μοιάζει με χωματερή, που θυμίζει χωματερή
resembling a garbage dump
03
χοντροκαμωμένος, παχύς και κοντός
short and thick; as e.g. having short legs and heavy musculature
Λεξικό Δέντρο
dumpiness
dumpy
dump



























